Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
Το δεύτερο μισό του 19ου και την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα καλύπτει η προσωπικότητα και η δράση του Αθανασίου Παπαδοπούλου – Κεραμέως, κορυφαίου βυζαντινολόγου, ιστοριοδίφη και πανεπιστημιακού διδασκάλου της Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης. Γόνος Μικρασιατικής ιερατικής οικογένειας –ο πατέρας του Ιωάννης ήταν διδάσκαλος και ιερέας– ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος Κεραμεύς στη σύντομη ζωή του -πέθανε στην Αγία Πετρούπολη το 1912 σε ηλικία 56 ετών- για τα ελληνικά γράμματα της καθ’ ημάς Ανατολής, υπήρξε ότι υπήρξε ο έτερος μεγάλος ιστοριοδίφης και λόγιος του 19ου αιώνα Κωνσταντίνος Σάθας για τα ελληνικά γράμματα στη Δύση. Ο Παπαδόπουλος ερεύνησε τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες πολλών πνευματικών κέντρων της Ανατολής, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Λέσβος, ο Πόντος, η Μακεδονία, η Θράκη και τα Ιεροσόλυμα, ο Σάθας ερεύνησε αρχεία και βιβλιοθήκες της Δύσης, όπως Βενετία, το Μόναχο, η Βιέννη κ. ά[1].
Δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, η οικογένεια του Παπαδόπουλου εγκαταστάθηκε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, τόπο καταγωγής του πατέρα του. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στις ονομαστές σχολές του Αδραμυτίου και των Κυδωνιών και στη συνέχεια φοίτησε στη λαμπρή Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, εκπαιδευτικό κέντρο που ιδρύθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα και μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα εκπαιδευτικά πράγματα του ευρύτερου μικρασιατικού χώρου.
Σε ηλικία 17 ετών του ανατέθηκε η διδασκαλία μαθημάτων σε σχολείο της Άνω Συνοικίας Σμύρνης και απ’ αυτήν την ηλικία άρχισε να δημοσιεύει άρθρα του, κυρίως αρχαιολογικού και φιλολογικού περιεχομένου. Το γεγονός αυτό υπήρξε και η αφορμή να γίνει επιμελητής στο Μουσείο και στην πλουσιότατη Βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1879.
Τα επόμενα χρόνια ο Παπαδόπουλος θα ταξιδέψει σε διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και σε νησιά του Αιγαίου για να συλλέξει αρχειακό υλικό. Ένα από τα νησιά του Βορειανατολικού Αιγαίου ήταν και η Λέσβος, στις βιβλιοθήκες της οποίας κατέγραψε πλουσιότατο αρχειακό υλικό.
Στα 1881 ο Παπαδόπουλος εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εργαζόμενος στην εφημερίδα Νεολόγος. Στην Πόλη, επίσης, έγινε μέλος του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου[2] και ενεργά δραστηριοποιήθηκε στη Φιλολογική και Αρχαιολογική Επιτροπή, στην οποία μάλιστα έγινε επιμελητής των αρχαιολογικών συλλογών της και βιβλιοφύλακας. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1887 ο Παπαδόπουλος βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα. Ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νικόδημος Α΄, διαβλέποντας την αξία του νέου ιστοριοδίφη τον προσκάλεσε να αναδιοργανώσει και να καταγράψει το αρχειακό υλικό του πατριαρχικού θρόνου. Αν και η παραμονή του στην αγιοταφική πόλη ήταν σύντομη, λόγω της αδυναμίας του να εργαστεί, άνεργος μετά από ενάμιση χρόνο, στα 1889 επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη με προοπτική να αναλάβει τη διεύθυνση του Αρχαιολογικού Μουσείου. Η διαμάχη του, όμως, με τον Μνουήλ Γεδεών και η κατηγορία εναντίον του για φιλορωσισμό, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα για γίνει διευθυντής του Μουσείου.
Η μετέπειτα πορεία του ήταν άκρως σημαντική. Μετέβη στην Αγία Πετρούπολη, συγγράφοντας τους καταλόγους χειρογράφων που είχε συγκροτήσει στα Ιεροσόλυμα και διδάσκοντας στο πανεπιστήμιό της Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Στην Αγία Πετρούπολη παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Αν και παντρεμένος στην πανέμορφη αυτή πόλη, πήρε διαζύγιο από τη γυναίκα του, συζώντας στα τελευταία χρόνια της ζωής του με τη Ρωσίδα Μασλενίκοβα[3], η οποία μετά το θάνατό του εμφανίστηκε ως κληρονόμος του, διαχειριζόμενη μάλιστα τη βιβλιοθήκη του που αριθμούμε 10.000 βιβλία και πάρα πολλά χειρόγραφα.
Χαρακτηριστικός ήταν ο ζήλος για τον χειρόγραφο πλούτο των βιβλιοθηκών που επισκεπτόταν και τον οποίο κατέγραφε, αλλά και δυνατότητά του να εξασφαλίζει πιστά αντίγραφα κωδίκων, γεγονός που τον κατέστησε διεθνούς εμβέλειας λόγιο[4]. Τούτο καταδεικνύει πόσο καλός παλαιογράφος ήταν ο Παπαδόπουλος, μολονότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν εγκατέλειπε τη μελέτη, και λόγω της εξαντλητικής εργασίας πολλές φορές υπέπιπτε σε λάθη. Τάφηκε με πολλές τιμές στις 23 Οκτωβρίου 1912 στο κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου, ναού της Ελληνικής Πρεσβείας στην Αγία Πετρούπολη.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Αναμφίβολα ο Παπαδόπουλος υπήρξε πολυγραφότατος λόγιος. Το συγγραφικό του έργο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα των θεωρητικών επιστημών, όπως την κλασική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή γραμματεία, την αρχαιολογία, την παλαιογραφία, τη θεολογία, την αγιολογία, την πατρολογία και την υμνογραφία. Ο ίδιος, εξάλλου, για να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο έργο, φαίνεται ότι πέραν της ελληνικής, εγνώριζε λατινικά, τουρκικά, αρμενικά, εβραϊκά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και ρωσικά. Εξού και οι πολλές βραβεύσεις του από διάφορες ευρωπαϊκές επιστημονικές οργανώσεις.
Ενδεικτικά, λοιπόν, από το συγγραφικό του έργο αναφέρω τα παρακάτω έργα:
- Τα αρχαία Σμυρναϊκά σταθμά του Μουσείου της Ευαγγελικής Σχολής. Αρχαιολογική διατριβή, [Σμύρνη 1875].
- Κατάλογος των χειρογράφων της εν Σμύρνη βιβλιοθήκης της Ευαγγελικής Σχολής. Μετά παραρτήματος περιέχοντος και τινα ανέκδοτα, [Σμύρνη 1877].
- Περί της ολκής των αρχαίων σμυρναϊκών σταθμών του Μουσείου της Ευαγγελικής Σχολής, [Σμύρνη 1877].
- Περί τινος μήτρας σταθμών ανακαλυφθείσης μεν εν Υπαίποις ευρισκομένης δε εν τω Μουσείω της Ευαγγελικής Σχολής, [Σμύρνη 1877].
- Κατάλογος των μεταλλικών αρχαιοτήτων του Μουσείου της εν Σμύρνη Ευαγγελικής Σχολής, [Αθήνα 1876].
- Φωκαϊκά. Ιστορική και τοπογραφική μελέτη. Μετά επτά εικόνων και ενός τοπογραφικού χάρτου, [Σμύρνη 1879].
- Lexicon Sabbaiticum, [Πετρούπολη 1892].
- Σχεδίασμα περί των λειτουργικών μηναίων εξεταζομένων υπό ιστορικήν και κριτικήν έποψιν, [Πετρούπολη 1894].
- Ο Ακάθιστος Ύμνος οι Ρως και ο πατριάρχης Φώτιος, [Αθήνα 1903].
- Ο Πατριάρχης Φώτιος και ο Ακάθιστος Ύμνος, [Τεργέστη 1904].
- Δύο κώδικες της βιβλιοθήκης Νικολάου Καρατζά, [Αθήνα 1904].
- Συνοδικά γράμματα Ιωάννου του Αποκαύκου μητροπολίτου Ναυπάκτου εκδιδόμενα, [Αθήνα 1909].
Εκεί, όμως, που πρωτοτύπησε ο Παπαδόπουλος είναι η καταγραφή χειρόγραφου αρχειακού υλικού βιβλιοθηκών πολλών μονών και περιοχών, που εξέδωσε στην περίφημη Μαυρογορδάτειο Βιβλιοθήκη, (δύο τόμοι) [Κωνσταντινούπολη 1884], η έκδοση των σειρών Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας, τα Ιεροσολυμιτικά Χειρόγραφα και η Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη που κυκλοφόρησαν αντίστοιχα σε 5 τόμους η καθεμιά από το 1891 και εξής στην Αγία Πετρούπολη.
Η αρθρογραφία του στο περιοδικό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί ακόμη μια πτυχή του πολύπτυχου συγγραφικού του έργου. Απ’ αυτή σημειώνω την έκδοση επιστολών με φιλολογικά και ερμηνευτικά σχόλια πολλών Ελλήνων λογίων του 16ου και 17ου αιώνα, όπως του Μανουήλ Κορίνθιου, του Ιωάννη Κορέσσιου, του Δαμασκηνού Στουδίτη, του Μάξιμου Μαργούνιου, του Μελέτιου Πηγά, κ. ά[5]. Στην ίδια θεματική ανήκουν και τα δημοσιεύματά του με άξονα τον χειρόγραφο πλούτο της περιοχής του Πόντου[6] και της Καππαδοκίας[7], με κύριο χαρακτηριστικό τα νέα ευρήματα και τις προσθήκες του ίδιου στη μέχρι τότε χειρόγραφη βιβλιογραφία.
Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - ΚΕΡΑΜΕΥΣ ΚΑΙ Η ΛΕΣΒΟΣ
Στη Λέσβο ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος - Κεραμεύς έφτασε τον Ιούλιο του 1883, στο πλαίσιο οργανωμένης ερευνητικής αποστολής, προς καταγραφή αρχειακού χειρόγραφου υλικού. Έχοντας μαζί του τις αναγκαίες συστατικές επιστολές, μεταξύ των οποίων και του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, παρέμεινε στη Λέσβο μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, όπου ερεύνησε τα πλούσια αρχεία της Μονής Λειμώνος, της Μονής Πυθαρίου και Υψηλού, των χωριών Μανταμάδου, Αγιάσου, Πλωμαρίου και Μολύβου, και βέβαια, του Γυμνασίου Μυτιλήνης, όπου σ’ αυτό διευκολύνθηκε από τους κορυφαίους φιλολόγους Γρηγόριο Βερναρδάκη και τον αδελφό του Δημήτριο.
Η ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Η δίτομη αυτή έκδοση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως στα 1884, υπό τον πρωτότυπο τίτλο Μαυρογορδάτειος Βιβλιοθήκη, αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα του Αθανασίου Παπαδοπούλου – Κεραμέως. Αποκλειστικά είναι έργο δικό του, αφού αποδέχθηκε την πρόσκληση του Θεοδώρου Α. Μαυρογορδάτου να αναλάβει το επίπονο ερευνητικό έργο, την καταγραφή και ενδεχομένως την απογραφή των «κατακειμένων» χειρογράφων σε βιβλιοθήκες της καθ’ ημάς Ανατολής. Η πρόσκληση αυτή έγινε με επιστολή (10 Απριλίου 1883) του Μαυρογορδάτου προς τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία ο ίδιος θεωρούσε εξαιρετικά επείγουσα την ανάγκη να καταγραφεί ο τεράστιος αριθμός των αποκείμενων χειρογράφων σε μοναστηριακές και άλλες βιβλιοθήκες, προς ωφέλεια και προαγωγή της ιστορικής επιστήμης. Γι’ αυτό καλούσε τον δραστήριο Σύλλογο να πάρει πρωτοβουλία, ούτως ώστε ειδικός εντεταλμένος επιστήμων να αναλάβει το παραπάνω έργο. Ο ίδιος μάλιστα ο Μαυρογορδάτος διάθεσε και το χρηματικό ποσό των 600 τ. λιρών με σκοπό ακόμη και την έκδοση του σχετικού καταλόγου.
Σε τακτική συνεδρίαση των μελών του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, στις 23 Απριλίου 1883, ο ερευνητής που ορίστηκε για τον σκοπό αυτό ήταν ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος - Κεραμεύς, που μάλιστα υπέγραψε και ειδικό συμβόλαιο με δέκα όρους, μεταξύ των οποίων αναφερόταν αναλυτικά τι ακριβώς θα έπραττε στις βιβλιοθήκες που θα ερευνούσε[8]. Πρώτη αποστολή που του ανατέθηκε, ήταν αυτή στη Λέσβο, κατόπιν στον μαρτυρικό Πόντο, στη Θράκη και τέλος στη Μακεδονία. Γιατί προτιμήθηκε η Λέσβος, νομίζω ότι είναι πασιφανές. Προγενέστερη οργανωμένη έρευνα των πλούσιων αρχειακών της συλλογών δεν είχε μέχρι τότε γίνει. Συνεπώς, το πεδίο ήταν παρθένο και για πρώτη φορά χειρόγραφα και άλλο αρχειακό υλικό που φυλάσσεται στις βιβλιοθήκες της, επίσημα θα καταγραφόταν και θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.
Έτσι, προήλθε ο πρώτος τόμος της Μαρογορδατείου Βιβλιοθήκης. Σ’ αυτόν καταγράφονται χειρόγραφες συλλογές λίαν σημαντικές για τον σημερινό ερευνητή και γνώστη της θεολογικής και ιστορικής γραμματολογίας, όπως ένα σπάνιο Λεξικό του 1263 του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, δύο Γραμματικές του Μοσχοπούλου (15ος – 16ος αιώνας), καθώς και ένα Σχολικό Μαθηματάριο Ιβηρίτη μοναχού του 16ου αιώνα, αλλά και χειρόγραφα, στην πλειοψηφία τους Μαθηματάρια, των 18ου και 19ου αιώνων που βρίσκονται στη Μονή Λειμώνος[9], καθώς και μια σειρά χειρογράφων, 45 στον αριθμό, που απόκεινται στην Ιστορική Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Μυτιλήνης, μεταξύ αυτών και ένα Τετραευαγγέλιο του 13ου αιώνα το οποίο, μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του δώρισε σ’ αυτή ο λόγιος μητροπολίτης Μυτιλήνης Μελέτιος Φωτίου[10].
Στο πρώτο τμήμα της Μαυρογορδατείου Βιβλιοθήκης προτάσσεται σχετική έκθεση που αφορά στο ιστορικό της ανάθεσης ολόκληρου του έργου, αλλά δίνονται και πληροφορίες για το ιστορικό των μονών, με παράλληλη παράθεση καταλόγου μητροπολιτών και διακριθέντων ιεραρχών που έδρασαν σ’ αυτές. Τα χειρόγραφα που καταλογογραφούνται –ανέρχονται σε 460– και χρονολογικά κυμαίνονται μεταξύ του 9ου και 19ου αιώνα, περιγράφονται το καθένα αναλυτικά, γεγονός που καταδεικνύει τις πολύ καλές παλαιογραφικές γνώσεις που είχε ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι προηγούμενες καλές καταγραφές που είχε κάμει στη βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης τον είχαν καθιερώσει ως έναν αξιόλογο παλαιογράφο και ερευνητή.
Ο πρώτος, λοιπόν, τόμος της Μαυρογορδατείου Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει τους καταλόγους χειρογράφων της Μονής Λειμώνος (σσ. 17-131), του Γυμνασίου Μυτιλήνης (σσ. 132-145), της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (σσ. 146-161) και αντίστοιχες «Σημειώσεις περί ετέρων Λεσβιακών κωδίκων» που απόκεινται στην Αγιάσο και τον Μανταμάδο (σσ. 162-171). Στις επόμενες σελίδες (σσ. 171-177) απαριθμούνται μερικά πρωτότυπα έγγραφα - 92 στον αριθμό- μολυβδόβουλα, σιγίλια και επιστολές που σώζονται στη Μονή Λειμώνος και που χρονολογικά επεκτείνονται μεταξύ των ετών 1486 και 1805[11], παροράματα, προσθήκες (σσ. 178-181) και σχετικές οδηγίες (σ. 182). Αναλυτικοί αλφαβητικοί πίνακες με ονόματα συγγραφέων, βίους, εγκώμια και τίτλους παρεμφερών κειμένων, ονόματα μουσικών και συνθετών εκκλησιαστικών ύμνων, ονόματα πατριαρχών, ιεραρχών, καλλιγράφων και αντιγραφέων, (183-212) κλείνουν τον πρώτο τόμο, προσφέροντας στον σημερινό ερευνητή ένα πρώτο βασικό βοήθημα, με την απαραίτητη διευκόλυνση που παρέχουν οι παρατιθέμενοι ειδολογικοί αναλυτικοί πίνακες, για θέματα που σχετίζονται με τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή γραμματολογία. Όσοι σήμερα καταγίνονται με αρχειακή έρευνα νομίζω ότι αξιολογούν θετικά πόσο χρήσιμη υπήρξε αυτή η συμβολή του Αθανασίου Παπαδοπούλου – Κεραμέως για επιστήμες όπως η Θεολογία, η Ιστορία, η Φιλολογία και η Παλαιογραφία.
Ο δεύτερος τόμος της Μαυρογορδατείου Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει αυτούσιες εκδόσεις κειμένων, όπως ο βίος του αγίου Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητού (σσ. 1-17), επιστολές του Θεοφάνους Μηδείας και του Γεωργίου Αμιρούτζη (σσ. 18-35), εγκώμια και λόγους του Ιωάννου Ευχαΐτων και του Φιλοθέου Σηλυβρίας (σσ. 36-63), καθώς έγγραφα και συγγράμματα πολλών βυζαντινών λογίων, όπως του αγίου Μάρκου Ευγενικού και του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου (σσ. 64-106), με τα απαραίτητα βέβαια, παροράματα και τις αντίστοιχες προσθήκες (σ. 122).
Εκεί, βέβαια, που πρωτοτυπεί ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς είναι η περιγραφή των χειρογράφων. Περιγράφει αναλυτικά κάθε χειρόγραφο, ακόμη και χειρόγραφα με διαφορετικό περιεχόμενο που είναι συσταχωμένα, δίνει τις ακριβείς διαστάσεις τους, αναφέρει το είδος του χειρογράφου (διφθέρα, μεμβράνινο, χαρτώο), τον αριθμό των φύλλων και τη χρονολογία που γράφτηκε.
ΕΠΙΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς, αποτελεί εκείνη την περίπτωση Έλληνα λογίου, χάρη στον οποίο τέθηκαν οι μετέπειτα βάσεις καταγραφής χειρόγραφου αρχειακού υλικού. Αν η υγεία του δεν κλονιζόταν -αξιοσημείωτη στην περίπτωση αυτή είναι μια επιστολή του (1η Φεβρουαρίου 1910) προς τον Λέσβιο Ακαδημαϊκό Γρηγόριο Παπαμιχαήλ, στον οποίο περιγράφει την ταραγμένη υγεία του, που σταδιακά σε νεαρή ηλικία τον οδήγησε στο θάνατο- σίγουρα θα πρόσφερε περισσότερα στη θεολογική και φιλολογική επιστήμη. Παρά ταύτα, ολάκερο το έργο του υποδηλώνει τεράστια συναίσθηση ευθύνης και επιστημονικής οργάνωσης.
[1] Η βιβλιογραφία για τον Αθανάσιο Παπαδόπουλος Κεραμέα είναι αρκετά πλούσια. Καλό βιογραφικό σχεδίασμα βλ. Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία. Αρχειακή Μελέτη, εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2011, 141-184, όπου και η προγενέστερη βιβλιογραφία. Στην ίδια μελέτη (σσ. 357-408) ο συγγραφέας εκδίδει και 14 επιστολές του Παπαδόπουλου προς τον επιφανή Γάλλο βιβλιογράφο. Αξίζει, εδώ, να σημειωθεί ότι ο Legrand μαζί με τον Γερμανό Wilhem Wagner, υπήρξαν εκείνοι οι νεοελληνιστές, που μαζί με αντίστοιχους Έλληνες λογίους, όπως ο Κωνσταντίνος Σάθας, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος – Βρετός και ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς, άνοιξαν το δρόμο στις μετέπειτα νεοελληνικές σπουδές. Βλ. Α. Ε. ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ, Η αρχή των νεοελληνικών σπουδών. Πενήντα τρία σχολιασμένα γράμματα του Wagner στον Legrand, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
[2] O Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως ιδρύθηκε το 1861. Ο ρόλος του για τον Ελληνισμό της Πόλης υπήρξε τόσο σημαντικός, φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι αποτέλεσε το πρότυπο για την ίδρυση παρόμοιων συλλόγων. Χρηματοδοτούμενος πλουσιοπάροχα από Κωνσταντινουπολίτες αστούς, εξυπηρετούσε όχι μόνο την άμεση προώθηση πολιτικοκοινωνικών αιτημάτων των κατοίκων της Πόλης, αλλά υλοποίησε το αίτημα της εποχής για εθνική συσπείρωση και μόρφωση των Ελλήνων κατοίκων της, επενδύοντας στο επιμορφωτικό και εκπαιδευτικό έργο. Γι’ αυτόν βλ. ΤΑΤΙΑΝΑ ΣΤΑΥΡΟΥ, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος. Το Υπουργείο Παιδείας του αλύτρωτου Ελληνισμού, Αθήνα 1967. Σημαντική είναι και η διδακτορική διατριβή του Γ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως (1861-1922). Η ελληνική παιδεία και επιστήμη ως εθνική πολιτική στην οθωμανική αυτοκρατορία, ΕΚΠΑ, Σχολή Νομικών Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Αθήνα 1998.
[3] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 146.
[4] Μια προσωπική θύμηση, αξίζει νομίζω να παραθέσω εδώ. Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών ενθυμούμαι τον διδάσκαλό μου Α. Ε. Καραθανάση να μου λέγει ότι στο σπίτι του Παπαδόπουλου στην Αγία Πετρούπολη, το ταβάνι του ήταν έτσι διαμορφωμένο, έτσι ώστε απ’ αυτό με τσιμπιδάκια να κρέμονται φύλλα χειρογράφων.
[5] Οι επιστολές αυτές δημοσιεύθηκαν στη μελέτη του: «Συμβολαί εις την ιστορίαν της Νεοελληνικής Φιλολογίας», ΕΦΣΚ, 17(1882-1883)50 κ. έ.
[6] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 166-169.
[7] ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ – ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΠΑΛΤΑ, Η Καππαδοκία των «ζωντανών μνημείων», εκδ. Πορεία, Αθήνα 1990, 36-37.
[8] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 155-156.
[9] ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΑΝΟΣ, «Η συλλογή χειρογράφων της Μονής Λειμώνος», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Ιερά Μονή Λειμώνος. Ιστορία – Παλαιογραφία – Τέχνη, Επιστημονική Επιμέλεια Απόστολος Σπανός – Αθανάσιος Καλαμάτας, εκδ. Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα 2009, 37.
[10] Γι’ αυτό βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, «Τα επίτιτλα ενός Τετραευαγγέλλου της “Ομάδος της Νίκαιας”», Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 9(1977-1979)133-141 και πίνακες 33-36.
[11] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 160.