Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΑΜΙΝ ΛΕΣΒΙΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ: Συμβολή στη χειρόγραφη παράδοση των έργων του

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ο Βενιαμίν Λέσβιος πέθανε το 1824, διακόσια δύο χρόνια πριν, έτος που η Ελληνική Επανάσταση βρίσκονταν σε εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. Η συνεισφορά του θα ‘λεγα πως έχει μελετηθεί επαρκώς[1]. Ωστόσο, υπάρχουν πτυχές του έργου που μένουν ακόμη ανεξερεύνητες, όπως η χειρόγραφη παράδοση των έργων. Ο Βενιαμίν υπήρξε ένας από εκείνους τους επώνυμους που, κατά κύριο λόγο, τόσο στο διδακτικό – συγγραφικό έργο του όσο και στο πολιτικό – πολεμικό, δεν κινήθηκαν από ταξικά ή οικονομικά κριτήρια, από αυτά δηλαδή που βρίσκουν θέση στα «δεσμά ορισμένων δογμάτων», όπως έλεγε σε μια ομιλία του ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Τσάτσος, αλλά «από πνευματική έξαρση, από το ακατάλυτο κίνητρο της ηθικής και κοινωνικής ελευθερίας, από τη δύναμη εκείνη ακριβώς, που κάνει τον άνθρωπο να ξεπερνά τα όρια της φύσεως και να μπαίνει στο χώρο της Ιστορίας»[2].
Η Λέσβος και οι Κυδωνίες, από τις αρχές του 19ου αιώνα, χάρη στον Βενιαμίν Λέσβιο βρέθηκαν πολύ κοντά στα προτάγματα του Ευρωπαϊκού και του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ωστόσο, η ιστορική έρευνα των τελευταίων χρόνων, στο προσκήνιο κάνει γνωστό έναν ακόμη όρο, αυτόν του «Αιολικού Διαφωτισμού». Μαθητές του Βενιαμίν από τη Λέσβο και τον ευρύτερο Μικρασιατικό χώρο, αλλά και λόγιοι που εμπνεύστηκαν από το έργο του –ένας από αυτούς ήταν ο εκ Μανταμάδου Σταυράκης Αναγνώστου, ο οποίος εξέφραζε τον θαυμασμό του τοποθετώντας τον στη σειρά των «νεωτέρων της Λέσβου τέκνων», περιγράφοντάς τον ως άνδρα «μετριόφρονα», «ακτήμονα», «φιλόκαλο», «ελεύθερο», «λίαν ευτράπελο», «ευγλωττότατο εκ φύσεως και λίαν τολμηρό», «εν ενί λόγω αληθή Έλληνα» και «μέγα φιλόσοφο»[3]- μαθητές λοιπόν του Βενιαμίν, σε χειρόγραφη μορφή διέσωσαν το έργο του. Ο αείμνηστος Γιάννης Καράς στους δύο πρώτους τόμους του έργου του Οι επιστήμες στην Τουρκοκρατία[4] καταγράφει τον πλούσιο αριθμό αυτών σε διάφορες βιβλιοθήκες της Ελλάδας και, βέβαια, στην Ιστορική Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Μυτιλήνης, στην οποία απόκεινται πέντε χειρόγραφα, τα υπ. αρ. 11, 14, από την καταγραφή του Αθανάσιου Παπαδόπουλου - Κεραμέως[5] και 13 (15), 15 (17), 40 (42) και 44 με την νέα αρίθμηση του έκανε ο Αθανάσιος Τσερνόγλου. Τα δύο πρώτα, το 11 και το 14 έλειπαν την εποχή που ο Τσερνόγλου κατέγραφε τον χειρόγραφο και έντυπο πλούτο της Ιστορικής Βιβλιοθήκης. Αμφότερα δίτομα, 334+598 σελίδες ο πρώτος τόμος και 170+286 ο δεύτερος, περιείχαν την Φυσική του Βενιαμίν. Γραφέας του δεύτερου τόμου αναφέρεται ο ιερομόναχος Πολύκαρπος, πιθανόν μαθητής του Βενιαμίν, με την ενθύμηση ότι άρχισε να το γράφει από τις 7 Νοεμβρίου του 1804 και να το τελειώνει στις 11 Οκτωβρίου του 1805. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ήταν κτήμα του Μελέτιου Φωτίου, λόγιου Μητροπολίτου Μυτιλήνης. Κατά τον Τσερνόγλου τα εν λόγω χειρόγραφα είναι πιθανόν να είχε δανειστεί στις αρχές του 20ού αιώνα -γύρω στα 1904- ο Μιχαήλ Στεφανίδης. Ο Τσερνόγλου αναφέρει ότι στα 1990, σε συρτάρι της Ιστορικής Βιβλιοθήκης, είχε βρεθεί χειρόγραφο τετράδιο το οποίο επιγράφονταν «Σημείωσις των εις διαφόρους δανεισθέντων και μη επιστραφέντων βιβλίων», όπου από το 1878 έως το 1908 ήσαν καταγραμμένα βιβλία και χειρόγραφα. Σ’ αυτό το τετράδιο, στη σελίδα 9, αναφέρεται το όνομα του Μιχαήλ Στεφανίδη, γνωστού καθηγητή των φυσικών επιστημών και του Πανεπιστημίου Αθηνών, να έχει δανεισθεί τη Φυσική του Βενιαμίν, το υπ. αρ. 11 δηλαδή χειρόγραφο. Στους δανειζόμενους χειρόγραφα και βιβλία αναφέρεται και το όνομα του γυμνασιάρχη Ιωάννη Ολύμπιου. Όπως γράφει ο Τσερνόγλου: «τα πλείστα είχε δανεισθή, και ωρισμένα ουδέποτε επέστρεψεν»[6]. Σημειωτέον ότι δύο χειρόγραφα της Φυσικής, εδώ στη Λέσβο, βρίσκονται το ένα στη βιβλιοθήκη της Μονής Λειμώνος και το άλλο στη βιβλιοθήκη της Λέσχης Πλωμαρίου. Της τελευταίας, χάρη στην μεγάλη αγάπη που προς το Βενιαμίν είχε ο αείμνηστος Ξενοφών Μαυραγάννης, πρόεδρος για πολλά χρόνια της Λέσχης Πλωμαρίου, έγινε φωτοαναστατική έκδοση το 2008. Έχω τη γνώμη πως είναι πια καιρός να συγκροτηθεί μια ομάδα ειδικών ερευνητών, με καλή γνώση του έργου του Βενιαμίν, η οποία θα φροντίσει να κάνει μια κριτική έκδοση της Φυσικής. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει και την αντιπαραβολή όλων των χειρογράφων της Φυσικής, τα οποία διάσπαρτα βρίσκονται σε άλλες βιβλιοθήκες.
Ο Τσερνόγλου στον κατάλογο των χειρογράφων της Ιστορικής Βιβλιοθήκης κάνει διπλή αρίθμηση. Και τα 74 χειρόγραφα καταγράφονται με διπλή αρίθμηση, παραλείπονται τα απολεσθέντα του Βενιαμίν, δηλαδή τα υπ. αρ. 11 και 14. Μέχρι τον αριθμό 10 ή αρίθμηση είναι 10. (10). Από τον αριθμό 11 είναι 11. (12). Ωστόσο, χρειάζεται να γίνει ένα νέος κατάλογος, πιο αναλυτικός σε περιγραφή του περιεχομένου των χειρογράφων.
Εκτός των απολεσθέντων χειρογράφων, όπως παραπάνω ετόνισα, στην Ιστορική Βιβλιοθήκη απόκεινται άλλα τέσσερα. Πρόκειται για τα υπ’ αρ. 13. (15), 15. (17), 40. (42) και 44 σύμφωνα με την αρίθμηση του Τσερνόγλου. Δύο από αυτά είναι χειρόγραφα που περιέχουν μαθήματα Άλγεβρας και ένα Στοιχεία Αριθμητικής, όλα του 19ου αιώνα[7]. Το υπ. αρ. 11. (12), κατά τον Τσερνόγλου, κακώς ο Παπαδόπουλος - Κεραμεύς το αποδίδει στον Βενιαμίν. Κτήμα του μαθητή του Ιγνάτιου Μυτιληναίου, με 107 φύλλα και τέσσερεις πίνακες στο τέλος, περιέχει προβλήματα Α΄ βαθμού και corpus αλγεβρικών σημειώσεων από διάφορους συγγραφείς, αδήλου συγγραφέως. Το υπ. αρ. 40. (42) ο Παπαδόπουλος – Κεραμεύς το αποδίδει στον Βενιαμίν. Γραμμένο στις αρχές του 19ου αιώνα, εκ 156 φύλλων περιέχει την Άλγεβρα του Βενιαμίν. Στην ίδια γραμμή κινείται και το υπ. αρ. 44. Χωρισμένο σε δύο τομίδια, ο πρώτο τόμος εκ 106 φύλλων και ο δεύτερος εκ 408 περιέχει τα Στοιχεία Αριθμητικής. Πρόκειται για χειρόγραφη αντιγραφή της Αριθμητικής η οποία εκδόθηκε στα 1818 στη Βιέννη. Στη ιστ΄ άγραφη σελίδα υπάρχει η εξής ενθύμηση: «και τόδε του Κυρίου Μανώλη παρά του οποίου η αντιγραφή αύτη 1861». Όμως, το 6 στη χρονολογία 1861 προστέθηκε μεταγενέστερα αντικαθιστώντας προφανώς άλλον αριθμό πριν αυτή την χρονολογία. Το εν λόγω χειρόγραφο καταδεικνύει την τεράστια απήχηση που είχε η Αριθμητική του Βενιαμίν στα σχολεία της εποχής εκείνης. Η διάδοση πολλών αντιγράφων της άσκησε σημαντική επίδραση στον πνευματικό χώρο του 19ου αιώνα. Στην ομάδα των χειρογράφων της μαθηματικής επιστήμης ανήκει και το υπ. αρ. 15. (17) χειρόγραφο, εκ φύλλων 97 και πολλών χωρίς αρίθμηση. Σητόβρωτο, γραμμένο κι αυτό στις αρχές του 19ου αιώνα, περιέχει την Αριθμητική και τα Στοιχεία της Ευκλείδειας Γεωμετρίας.
Ο Ιγνάτιος Μυτιληναίος, γνωστός ως Ιγνάτιος Σαρδέλλης, μαθητής του Βενιαμίν στην Ακαδημία Κυδωνιών, ήταν ο κάτοχος του υπ. αρ. 13. (15), χειρογράφου, εκ φύλλων 171, με τα Στοιχεία Μεταφυσικής και τα Στοιχεία Ηθικής. Ο Παπαδόπουλος - Κεραμεύς υποστηρίζει ότι το εν λόγω χειρόγραφο έχει γραφεί από τον Ιγνάτιο στις αρχές Νοεμβρίου του 1806. Ο Ιγνάτιος πέραν από μαθητής του Βενιαμίν υπήρξε και πιστός στις διδακτικές αρχές του δασκάλου του. Η διδακτική πορεία του από το 1804 και μετά είναι η εξής: δίδαξε στη νεοσύστατη σχολή καλλονής για έξι χρόνια. Στην Κωνσταντινούπολη έγινε οικοδιδάσκαλος. Το 1827 επέστρεψε στη Λέσβο και διαδέχθηκε τον Θεοφάνη Γρημάνη –άλλον ένα μαθητή του Βενιαμίν στις Κυδωνίες- στη διεύθυνση του Φροντιστηρίου Μυτιλήνης. Το 1834 διδάσκει στη Σμύρνη ως διευθυντής της Ευαγγελικής Σχολής. Το 1837 τον βρίσκουμε ξανά να διδάσκει στο Ελληνικό Σχολείο της Μυτιλήνης. Οι μαθητές του Βενιαμίν στην Ακαδημία Κυδωνιών ήσαν πολλοί. Αλλά μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχουμε ένα κατάλογο με ονόματα και το έργο τους.
Τα Στοιχεία της Μεταφυσικής είναι ένα πυκνογραμμένο χειρόγραφο που το περιεχόμενο δεν είναι το ίδιο με του βιβλίου που εκδόθηκε στη Βιέννη το 1820. Αποτελείται από 183 σελίδες χαρτιού, με ευανάγνωστη γραφή η οποία μοιάζει με εκείνη το χειρογράφου της Αριθμητικής και των Στοιχείων της Ευκλείδειας Γεωμετρίας, ομοιότητα που συνηγορεί ότι και το χειρόγραφο της Αριθμητικής είναι γραμμένο από τον Ιγνάτιο Σερδέλλη.
Στο δεύτερο μέρος του ίδιου χειρογράφου βρίσκονται τα Στοιχεία Ηθικής. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο χειρόγραφο, το οποίο περιλαμβάνει και το οκτώ κεφάλαια όπως αυτά εκδόθηκαν στην κριτική έκδοση που έκανε η κα Ρωξάνη Αργυροπούλου στα 1994, με κατατοπιστική εισαγωγή[8]. Χειρόγραφα των Στοιχείων Ηθικής συναντούμε και σε άλλες βιβλιοθήκες τόσο της Λέσβου (στη Βιβλιοθήκη «Η Ανάπτυξις» στην Αγιάσο, δύο χειρόγραφα) όσο και στη Βικελαία Βιβλιοθήκη στο Ηράκλειο Κρήτης, στη Βιβλιοθήκη της Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους, στην Εθνική βιβλιοθήκη της Ελλάδος, στη Βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας και στη Βιβλιοθήκη του «πατριάρχη» της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου. Τρία ακόμα χειρόγραφα, της συλλογής Α. Κολλυβά, της Λέσχης Πλωμαρίου και της Βιβλιοθήκης του Εμμανουήλ Μουχτούρη, σχολάρχη Πλωμαρίου είναι απολεσθέντα.
Τα Στοιχεία Ηθικής και τα Στοιχεία Μεταφυσικής είναι έργα του Βενιαμίν που το ένα συμπληρώνει το άλλο. Δυο τρεις νύξεις για την έννοια της ηθικής επιθυμώ να κάνω μιας και σήμερα πολύς λόγος γίνεται για επιστροφή της ηθικής, με παλιά και νέα ερωτήματα για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Πριν κάμποσο καιρό είχα την ευκαιρία να μελετήσω ολόκληρο το χειρόγραφο των Στοιχείων Ηθικής. Και διαπίστωσα ότι πολλά στοιχεία της είναι άκρως επίκαιρα. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η ηθική σκέψη, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα είναι απαξιωμένη, έχει περιπέσει σε ανυποληψία. Όχι μόνο στο διανοητικό επίπεδο αλλά και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ότι η ηθική σκέψη επιστρέφει στην πνευματική σκηνή αλλά με διαφορετικό τρόπο από ότι ήταν στο παρελθόν. Ο Βενιαμίν Λέσβιος, στα χρόνια που έγραφε και προφανώς δίδασκε ηθικές έννοιες, παρατηρεί ότι, στα σχολεία υπήρχε παντελή έλλειψη της διδασκαλίας τους. Σήμερα, λοιπόν, που η ηθική αρετή ως «δαπάνη των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου προς διατήρησιν των φυσικών δικαιωμάτων του άλλου» είναι στο προσκήνιο, ακόμη και ο καθορισμός των φυσικών δικαιωμάτων (οίκτος, ελεημοσύνη, δικαιοσύνη) και των φυσικών καθηκόντων (προστασία της ζωής και της περιουσίας του άλλου, μη παρεμπόδιση της βελτίωσης της ζωής, ελευθερία σκέψης και μη αφαίρεση της ελευθερίας του άλλου), ζητήματα που στην εποχή του με πρωτοποριακό τρόπο καταπιάστηκε ο Λέσβιος αυτός Διδάσκαλος του Γένους, αξίζει κανείς να τους δώσει την προσοχή του. Ο Βενιαμίν δίνει έμφαση στην ενότητα του εξωτερικού με τον εσωτερικό κόσμο. Μέσα από αυτή τη διευρυμένη οπτική του, η ηθική σκέψη καταδεικνύεται ως μια από τις παραμέτρους που ορίζουν την επαφή του ανθρώπου με την πολυδιάστατη πραγματικότητα.
Τα Στοιχεία Ηθικής, όπως και όλα τα έργο του Βενιαμίν, είχαν απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, ακόμη και στο μέσο αναγνωστικό κοινό. Τρανταχτό παράδειγμα η ανάγνωσή της από Αγιασιώτη δημογέροντα και έφορο σχολείων Σπύρο Χατζηδημητρίου, που ως αντιγραφέας του υπ’ αρ. 316 χειρογράφου του Αναγνωστηρίου «Ανάπτυξις» της Αγιάσου, απευθυνόμενος σε αναγνώστες τους ωθεί να έρθουν σε επαφή με την εμβριθή και αμερόληπτη σκέψη του Βενιαμίν.
Τα Στοιχειά Μεταφυσικής γνωρίζουμε πως εκδόθηκαν το 1820. Γι’ αυτά η ιστορική, θεολογική και, κυρίως, η φιλοσοφική έρευνα έχει φέρει στο φως αξιόλογες μελέτες. Ενδεικτικά αναφέρω τον αλησμόνητο Παναγιώτη Κονδύλη[9]. Σήμερα πολλές από τις μελέτες και τα βιβλία του Κονδύλη είναι αξεπέραστα. Η θεώρησή του για τον Βενιαμίν είναι εναργής. Τα Στοιχεία Ηθικής, όμως, όσο ζούσε ο Βενιαμίν, δεν μπόρεσε να τα τυπώσει, παρότι είχε αναγγελθεί η έκδοση τους στο 6ο τεύχος του Λόγιου Ερμή, στα 1819. Το έργο του αυτό θεωρήθηκε ως αντιπαπικό γι’ αυτό και λογοκρίθηκε.
Η μελέτη και η καταγραφή της χειρόγραφης παράδοσης έργων Ελλήνων λογίων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είναι απαραίτητη. Ο πρώτος που έκαμε τιτάνιο αγώνα μελέτης και καταγραφής ήταν ο Γιάννης Καράς. Τα έργο του είναι σημείο αναφοράς. Ωστόσο, όσοι ερευνούμε λογίους της περιόδου του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ουκ ολίγες φορές ερχόμαστε αντιμέτωποι με νέα δεδομένα γύρω από τη χειρόγραφη παράδοση των έργων τους. Η Ιστορική Βιβλιοθήκη του πάλαι ποτέ Γυμνασίου Μυτιλήνης, στον κατάλογο των χειρογράφων της έχει και άλλα έργα Ελλήνων λογίων του Νέου Ελληνισμού, του Ευγένιου Βούλγαρι, του Αδαμάντιου Κοραή, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, αλλά και προηγούμενων αιώνων, του Θεόφιλου Κορυδαλλέα, του Σεβαστού Κυμινίτη, του Γεράσιμου Βλάχου. Η νέες γενιές μαθητών και μαθητριών, όσοι κι όσες έχουν το ακριβό προνόμιο στα σχολεία τους να έχουν βιβλιοθήκες σαν τη δική μας, αξίζει τον κόπο να ασχοληθούν με δράσεις που στοχεύουν στην εξοικείωσής τους με τη χειρόγραφη παράδοση και να εμπενευστούν από το βασικό γνώρισμα της επιστημονικής και φιλοσοφικοθεολογικής σκέψης του Βενιαμίν, ο οποίος ήθελε την παιδεία να είναι αναγκαία «εις πάντα άνθρωπον». Στο θλιβερό ελλαδικό εκπαιδευτικό μας σύστημα ο παρακάτω λόγος του Βενιαμίν μπορεί να λειτουργήσει ως αφύπνισης: «αν όμως η παιδεία ήναι αναγκαία εις πάντα άνθρωπον, περισσότερον ήθελεν είναι αναγκαία εις τους εν εξουσία. Καθότι οποίαν διοίκησιν έχει τις να κάμη άνευ γενικών προτάσεων, όταν η διοίκησις και το πολίτευμα, άλλο δεν είναι, ειμή προτάσεις γενικαί; Πως τις έχει να διευθύνη τα λογικά ζώα και να τα αποκαταστήση ευδαίμονα, αν αγνοή την καρδίαν του ανθρώπου; / Τούτο ήθελεν είναι ωσάν να ελάμβανέ τις εις τας ευατού χείραν την των ανθρώπων ζωή και να κάμνη τον ιατρόν, χωρίς να γινώσκη τα πάθη και τα βότανα. Και ποίον άλλο άραγε είναι το αίτιον της αθλιότητος των ανθρώπων, ειμή η άγνοια των εξουσιαστών; Η άγνοια λέγω των κακών, τα οποία εκτελούσιν εις του υπηκόους αυτών; Δια τούτο άριστα είπε ο Πλάτων “ότι τότε έσονται οι άνθρωποι ευδαίμονες, όταν ο ηγεμών φιλοσοφή”. Έπειτα, αν οι εν εξουσία ήναι απαίδευτοι, οποίους άραγε νόμους, έχουσι να διδάξωσι, δια να αποκαταστήσωσιν ευδαίμονα τον υπήκοον αυτών;» (ΣΤ΄. § 219)[10].


Στοιχεία Μεταφυσικής.


Στοιχεία Ηθικής.


Αριθμητική και Γεωμετρία Ευκλείδου Στοιχεία.


Άλγεβρα.


Στοιχεία Αριθμητικής.

[1] Αργυροπούλου, Δ. Ρ.  (2003). Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του δέκατου όγδοου αιώνα. Αθήνα: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Της Ιδίας. (2019). Ο Βενιαμίν Λέσβιος: Οραματιστής και θεμελιωτής της ελευθερίας των Ελλήνων. Αθήνα. Ένα Συμπόσιο κι ένα Επιστημονικό Συνέδριο έχουν αποτιμήσει το έργο του κορυφαίου αυτού λογίου. Βλ. Πρακτικά Πενελλήνιου Συμποσίου Βενιαμίν Λέσβιος (Μυτιλήνη 28 - 30 Μαΐου 1982). Αθήνα 1985 & Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Η περίπτωση του Βενιαμίν Λεσβίου, (Πλωμάρι, 19 -21 Ιουνίου 2009). Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου. Επιστημονική Επετηρίς Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ 4 (2009). Πρβλ. Επιστημονική Ημερίδα που έγινε στο Πλωμάρι (Λέσχη Πλωμαρίου «Βενιαμίν ο Λέσβιος»· 15 Σεπτεμβρίου 2018) με θέμα: «Το επιστημονικό και φιλοσοφικό έργο του Βενιαμίν Λεσβίου και η διαχρονική του αξία».
[2] Τσάτσος, Κωνσταντίνος. (1977). Ομιλίες 1975-1977. Αθήνα, σ. 52.
[3] Μανδαμαδιώτου, Μαρία. (2023). «Διαφωτισμός και Επανάσταση στο “Επάνω Μέρος της Ασίας”. Βενιαμίν Λέσβιος και “ήσσονες” λόγιοι στη Λέσβο και τις Κυδωνίες». Στο Διαφωτισμός και Φιλελληνισμός, Παιδεία και Έθνος: Όψεις της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Πάτρα, σ. 37. Επίσης, βλ. Της  Ιδίας. (2021). «Η Δωδεκάχορδος κιθάρα του Σταυράκη Αναγνώστη και ο Διαφωτισμός στη Λέσβο: Νεωτερικές ιδέες και παραδοσιακές αντιστάσεις». Στο Κονδυλοφόρος. 19/36-59. Πρβλ. Βαφέας, Νίκος. - Μανδαμαδιώτου, Μαρία. (2023). Τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου: Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Ελληνικό Κράτος (1876-1940). Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ. 49-50.
[4] Καράς, Γιάννης. (1992-1993). Οι επιστήμες στην Τουρκοκρατία. Χειρόγραφα και έντυπα: Τα Μαθηματικά, τ. Α΄, σσ. 39-59 και Οι επιστήμες της Φύσης, τ. Β΄. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της “Εστίας», σσ. 35-53.
[5] Κεραμέως – Παπαδόπουλου, Αθανασίου. (1884). Μαυρογορδάτειος Βιβλιοθήκη: Ήτοι γενικός περιγραφικός κατάλογος των εν ταις ανά την Ανατολήν Βιβλιοθήκαις ευρισκομένων ελληνικών χειρογράφων καταρτισθείσα και συνταχθείσα κατ' εντολήν του εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, τ. A'. Εν Κωνσταντινουπόλει: Τύποις Σ. Ι. Βουτυρά, σσ. 136-137.
[6] Τσερνόγλου. Γ. Αθανάσιος. (1991). Συμπληρωματικός κατάλογος χειρογράφων της παλαιάς γυμνασιακής Βιβλιοθήκης νυν του Α΄ Λυκείου Μυτιλήνης. Μυτιλήνη· [ανάτυπο από τα «Λεσβιακά», τ. ΙΓ΄. 1991 της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών], σ. 383. Διαβάζοντας αυτή την ενθύμηση η σκέψη μου πήγε στον Ουμπέρτο Έκο: «ο δανεισμός πρέπει να αποθαρρύται». «De Bibliotheca». Στο Περί Βιβλιοθηκών. Αθήνα: Άγρα, σ. 75.
[7] Τσερνόγλου, όπ.π., σσ. 354-355, 357-358.
[8] Λέσβιος, Βενιαμίν. Στοιχεία Ηθικής. Εισαγωγική - Σχόλια – Κριτικό Υπόμνημα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα 1994. Πρβλ. Παπαδόπουλος, Θανάσης. (1982). Οι φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές αντιλήψεις του Βενιαμίν Λεσβίου. ΑΘήνα: Κέδρος, passim. 
[9] Κονδύλης, Παναγιώτης. (1988). «Η παρουσία της αρχαίας φιλοσοφίας στα Στοιχεία Μεταφυσικής του Βενιαμίν Λεσβίου», Στο Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Οι φιλοσοφικές ιδέες. Αθήνα: Ιστορική Βιβλιοθήκη Θεμέλιο, σσ. 213-224. Πρβλ. Μπέγζος, Μάριος. (2009). «Η Φιλοσοφία της Θρησκείας του Βενιαμίν Λεσβίου». Στο Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Η περίπτωση του Βενιαμίν Λεσβίου, (Πλωμάρι, 19 -21 Ιουνίου 2009). Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου. Επιστημονική Επετηρίς Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ . 4/74-82.
[10] Λέσβιος, Βενιαμίν. Στοιχεία Ηθικής, σ. 234.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ – ΚΕΡΑΜΕΥΣ (Δράκια Πηλίου 1856 – Αγία Πετρούπολη 1912): Κορυφαίος Έλλην βυζαντινολόγος και παλαιογράφος

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ


Το δεύτερο μισό του 19ου και την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα καλύπτει η προσωπικότητα και η δράση του Αθανασίου Παπαδοπούλου – Κεραμέως, κορυφαίου βυζαντινολόγου, ιστοριοδίφη και πανεπιστημιακού διδασκάλου της Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης. Γόνος Μικρασιατικής ιερατικής οικογένειας –ο πατέρας του Ιωάννης ήταν διδάσκαλος και ιερέας– ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος Κεραμεύς στη σύντομη ζωή του -πέθανε στην Αγία Πετρούπολη το 1912 σε ηλικία 56 ετών- για τα ελληνικά γράμματα της καθ’ ημάς Ανατολής, υπήρξε ότι υπήρξε ο έτερος μεγάλος ιστοριοδίφης και λόγιος του 19ου αιώνα Κωνσταντίνος Σάθας για τα ελληνικά γράμματα στη Δύση. Ο Παπαδόπουλος ερεύνησε τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες πολλών πνευματικών κέντρων της Ανατολής, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Λέσβος, ο Πόντος, η Μακεδονία, η Θράκη και τα Ιεροσόλυμα, ο Σάθας ερεύνησε αρχεία και βιβλιοθήκες της Δύσης, όπως Βενετία, το Μόναχο, η Βιέννη κ. ά[1].
Δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, η οικογένεια του Παπαδόπουλου εγκαταστάθηκε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, τόπο καταγωγής του πατέρα του. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στις ονομαστές σχολές του Αδραμυτίου και των Κυδωνιών και στη συνέχεια φοίτησε στη λαμπρή Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, εκπαιδευτικό κέντρο που ιδρύθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα και μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα εκπαιδευτικά πράγματα του ευρύτερου μικρασιατικού χώρου.
Σε ηλικία 17 ετών του ανατέθηκε η διδασκαλία μαθημάτων σε σχολείο της Άνω Συνοικίας Σμύρνης και απ’ αυτήν την ηλικία άρχισε να δημοσιεύει άρθρα του, κυρίως αρχαιολογικού και φιλολογικού περιεχομένου. Το γεγονός αυτό υπήρξε και η αφορμή να γίνει επιμελητής στο Μουσείο και στην πλουσιότατη Βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1879.
Τα επόμενα χρόνια ο Παπαδόπουλος θα ταξιδέψει σε διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και σε νησιά του Αιγαίου για να συλλέξει αρχειακό υλικό. Ένα από τα νησιά του Βορειανατολικού Αιγαίου ήταν και η Λέσβος, στις βιβλιοθήκες της οποίας κατέγραψε πλουσιότατο αρχειακό υλικό.
Στα 1881 ο Παπαδόπουλος εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εργαζόμενος στην εφημερίδα Νεολόγος. Στην Πόλη, επίσης, έγινε μέλος του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου[2] και ενεργά δραστηριοποιήθηκε στη Φιλολογική και Αρχαιολογική Επιτροπή, στην οποία μάλιστα έγινε επιμελητής των αρχαιολογικών συλλογών της και βιβλιοφύλακας. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1887 ο Παπαδόπουλος βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα. Ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νικόδημος Α΄, διαβλέποντας την αξία του νέου ιστοριοδίφη τον προσκάλεσε να αναδιοργανώσει και να καταγράψει το αρχειακό υλικό του πατριαρχικού θρόνου. Αν και η παραμονή του στην αγιοταφική πόλη ήταν σύντομη, λόγω της αδυναμίας του να εργαστεί, άνεργος μετά από ενάμιση χρόνο, στα 1889 επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη με προοπτική να αναλάβει τη διεύθυνση του Αρχαιολογικού Μουσείου. Η διαμάχη του, όμως, με τον Μνουήλ Γεδεών και η κατηγορία εναντίον του για φιλορωσισμό, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα για γίνει διευθυντής του Μουσείου.
Η μετέπειτα πορεία του ήταν άκρως σημαντική. Μετέβη στην Αγία Πετρούπολη, συγγράφοντας τους καταλόγους χειρογράφων που είχε συγκροτήσει στα Ιεροσόλυμα και διδάσκοντας στο πανεπιστήμιό της Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Στην Αγία Πετρούπολη παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Αν και παντρεμένος στην πανέμορφη αυτή πόλη, πήρε διαζύγιο από τη γυναίκα του, συζώντας στα τελευταία χρόνια της ζωής του με τη Ρωσίδα Μασλενίκοβα[3], η οποία μετά το θάνατό του εμφανίστηκε ως κληρονόμος του, διαχειριζόμενη μάλιστα τη βιβλιοθήκη του που αριθμούμε 10.000 βιβλία και πάρα πολλά χειρόγραφα.
Χαρακτηριστικός ήταν ο ζήλος για τον χειρόγραφο πλούτο των βιβλιοθηκών που επισκεπτόταν και τον οποίο κατέγραφε, αλλά και δυνατότητά του να εξασφαλίζει πιστά αντίγραφα κωδίκων, γεγονός που τον κατέστησε διεθνούς εμβέλειας λόγιο[4]. Τούτο καταδεικνύει πόσο καλός παλαιογράφος ήταν ο Παπαδόπουλος, μολονότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν εγκατέλειπε τη μελέτη, και λόγω της εξαντλητικής εργασίας πολλές φορές υπέπιπτε σε λάθη. Τάφηκε με πολλές τιμές στις 23 Οκτωβρίου 1912 στο κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου, ναού της Ελληνικής Πρεσβείας στην Αγία Πετρούπολη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αναμφίβολα ο Παπαδόπουλος υπήρξε πολυγραφότατος λόγιος. Το συγγραφικό του έργο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα των θεωρητικών επιστημών, όπως την κλασική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή γραμματεία, την αρχαιολογία, την παλαιογραφία, τη θεολογία, την αγιολογία, την πατρολογία και την υμνογραφία. Ο ίδιος, εξάλλου, για να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο έργο, φαίνεται ότι πέραν της ελληνικής, εγνώριζε λατινικά, τουρκικά, αρμενικά, εβραϊκά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και ρωσικά. Εξού και οι πολλές βραβεύσεις του από διάφορες ευρωπαϊκές επιστημονικές οργανώσεις.
Ενδεικτικά, λοιπόν, από το συγγραφικό του έργο αναφέρω τα παρακάτω έργα:
  • Τα αρχαία Σμυρναϊκά σταθμά του Μουσείου της Ευαγγελικής Σχολής. Αρχαιολογική διατριβή, [Σμύρνη 1875].
  • Κατάλογος των χειρογράφων της εν Σμύρνη βιβλιοθήκης της Ευαγγελικής Σχολής. Μετά παραρτήματος περιέχοντος και τινα ανέκδοτα, [Σμύρνη 1877].
  • Περί της ολκής των αρχαίων σμυρναϊκών σταθμών του Μουσείου της Ευαγγελικής Σχολής, [Σμύρνη 1877].
  • Περί τινος μήτρας σταθμών ανακαλυφθείσης μεν εν Υπαίποις ευρισκομένης δε εν τω Μουσείω της Ευαγγελικής Σχολής, [Σμύρνη 1877].
  • Κατάλογος των μεταλλικών αρχαιοτήτων του Μουσείου της εν Σμύρνη Ευαγγελικής Σχολής, [Αθήνα 1876].
  • Φωκαϊκά. Ιστορική και τοπογραφική μελέτη. Μετά επτά εικόνων και ενός τοπογραφικού χάρτου, [Σμύρνη 1879].
  • Lexicon Sabbaiticum, [Πετρούπολη 1892].
  • Σχεδίασμα περί των λειτουργικών μηναίων εξεταζομένων υπό ιστορικήν και κριτικήν έποψιν, [Πετρούπολη 1894].
  • Ο Ακάθιστος Ύμνος οι Ρως και ο πατριάρχης Φώτιος, [Αθήνα 1903].
  • Ο Πατριάρχης Φώτιος και ο Ακάθιστος Ύμνος, [Τεργέστη 1904].
  • Δύο κώδικες της βιβλιοθήκης Νικολάου Καρατζά, [Αθήνα 1904].
  • Συνοδικά γράμματα Ιωάννου του Αποκαύκου μητροπολίτου Ναυπάκτου εκδιδόμενα, [Αθήνα 1909].
Εκεί, όμως, που πρωτοτύπησε ο Παπαδόπουλος είναι η καταγραφή χειρόγραφου αρχειακού υλικού βιβλιοθηκών πολλών μονών και περιοχών, που εξέδωσε στην περίφημη Μαυρογορδάτειο Βιβλιοθήκη, (δύο τόμοι) [Κωνσταντινούπολη 1884], η έκδοση των σειρών Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας, τα Ιεροσολυμιτικά Χειρόγραφα και η Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη που κυκλοφόρησαν αντίστοιχα σε 5 τόμους η καθεμιά από το 1891 και εξής στην Αγία Πετρούπολη.
Η αρθρογραφία του στο περιοδικό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί ακόμη μια πτυχή του πολύπτυχου συγγραφικού του έργου. Απ’ αυτή σημειώνω την έκδοση επιστολών με φιλολογικά και ερμηνευτικά σχόλια πολλών Ελλήνων λογίων του 16ου και 17ου αιώνα, όπως του Μανουήλ Κορίνθιου, του Ιωάννη Κορέσσιου, του Δαμασκηνού Στουδίτη, του Μάξιμου Μαργούνιου, του Μελέτιου Πηγά, κ. ά[5]. Στην ίδια θεματική ανήκουν και τα δημοσιεύματά του με άξονα τον χειρόγραφο πλούτο της περιοχής του Πόντου[6] και της Καππαδοκίας[7], με κύριο χαρακτηριστικό τα νέα ευρήματα και τις προσθήκες του ίδιου στη μέχρι τότε χειρόγραφη βιβλιογραφία.

Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - ΚΕΡΑΜΕΥΣ ΚΑΙ Η ΛΕΣΒΟΣ

Στη Λέσβο ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος - Κεραμεύς έφτασε τον Ιούλιο του 1883, στο πλαίσιο οργανωμένης ερευνητικής αποστολής, προς καταγραφή αρχειακού χειρόγραφου υλικού. Έχοντας μαζί του τις αναγκαίες συστατικές επιστολές, μεταξύ των οποίων και του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, παρέμεινε στη Λέσβο μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, όπου ερεύνησε τα πλούσια αρχεία της Μονής Λειμώνος, της Μονής Πυθαρίου και Υψηλού, των χωριών Μανταμάδου, Αγιάσου, Πλωμαρίου και Μολύβου, και βέβαια, του Γυμνασίου Μυτιλήνης, όπου σ’ αυτό διευκολύνθηκε από τους κορυφαίους φιλολόγους Γρηγόριο Βερναρδάκη και τον αδελφό του Δημήτριο.

Η ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Η δίτομη αυτή έκδοση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως στα 1884, υπό τον πρωτότυπο τίτλο Μαυρογορδάτειος Βιβλιοθήκη, αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα του Αθανασίου Παπαδοπούλου – Κεραμέως. Αποκλειστικά είναι έργο δικό του, αφού αποδέχθηκε την πρόσκληση του Θεοδώρου Α. Μαυρογορδάτου να αναλάβει το επίπονο ερευνητικό έργο, την καταγραφή και ενδεχομένως την απογραφή των «κατακειμένων» χειρογράφων σε βιβλιοθήκες της καθ’ ημάς Ανατολής. Η πρόσκληση αυτή έγινε με επιστολή (10 Απριλίου 1883) του Μαυρογορδάτου προς τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία ο ίδιος θεωρούσε εξαιρετικά επείγουσα την ανάγκη να καταγραφεί ο τεράστιος αριθμός των αποκείμενων χειρογράφων σε μοναστηριακές και άλλες βιβλιοθήκες, προς ωφέλεια και προαγωγή της ιστορικής επιστήμης. Γι’ αυτό καλούσε τον δραστήριο Σύλλογο να πάρει πρωτοβουλία, ούτως ώστε ειδικός εντεταλμένος επιστήμων να αναλάβει το παραπάνω έργο. Ο ίδιος μάλιστα ο Μαυρογορδάτος διάθεσε και το χρηματικό ποσό των 600 τ. λιρών με σκοπό ακόμη και την έκδοση του σχετικού καταλόγου.
Σε τακτική συνεδρίαση των μελών του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, στις 23 Απριλίου 1883, ο ερευνητής που ορίστηκε για τον σκοπό αυτό ήταν ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος - Κεραμεύς, που μάλιστα υπέγραψε και ειδικό συμβόλαιο με δέκα όρους, μεταξύ των οποίων αναφερόταν αναλυτικά τι ακριβώς θα έπραττε στις βιβλιοθήκες που θα ερευνούσε[8]. Πρώτη αποστολή που του ανατέθηκε, ήταν αυτή στη Λέσβο, κατόπιν στον μαρτυρικό Πόντο, στη Θράκη και τέλος στη Μακεδονία. Γιατί προτιμήθηκε η Λέσβος, νομίζω ότι είναι πασιφανές. Προγενέστερη οργανωμένη έρευνα των πλούσιων αρχειακών της συλλογών δεν είχε μέχρι τότε γίνει. Συνεπώς, το πεδίο ήταν παρθένο και για πρώτη φορά χειρόγραφα και άλλο αρχειακό υλικό που φυλάσσεται στις βιβλιοθήκες της, επίσημα θα καταγραφόταν και θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.
Έτσι, προήλθε ο πρώτος τόμος της Μαρογορδατείου Βιβλιοθήκης. Σ’ αυτόν καταγράφονται χειρόγραφες συλλογές λίαν σημαντικές για τον σημερινό ερευνητή και γνώστη της θεολογικής και ιστορικής γραμματολογίας, όπως ένα σπάνιο Λεξικό του 1263 του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, δύο Γραμματικές του Μοσχοπούλου (15ος – 16ος αιώνας), καθώς και ένα Σχολικό Μαθηματάριο Ιβηρίτη μοναχού του 16ου αιώνα, αλλά και χειρόγραφα, στην πλειοψηφία τους Μαθηματάρια, των 18ου και 19ου αιώνων που βρίσκονται στη Μονή Λειμώνος[9], καθώς και μια σειρά χειρογράφων, 45 στον αριθμό, που απόκεινται στην Ιστορική Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Μυτιλήνης, μεταξύ αυτών και ένα Τετραευαγγέλιο του 13ου αιώνα το οποίο, μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του δώρισε σ’ αυτή ο λόγιος μητροπολίτης Μυτιλήνης Μελέτιος Φωτίου[10].
Στο πρώτο τμήμα της Μαυρογορδατείου Βιβλιοθήκης προτάσσεται σχετική έκθεση που αφορά στο ιστορικό της ανάθεσης ολόκληρου του έργου, αλλά δίνονται και πληροφορίες για το ιστορικό των μονών, με παράλληλη παράθεση καταλόγου μητροπολιτών και διακριθέντων ιεραρχών που έδρασαν σ’ αυτές. Τα χειρόγραφα που καταλογογραφούνται –ανέρχονται σε 460– και χρονολογικά κυμαίνονται μεταξύ του 9ου και 19ου αιώνα, περιγράφονται το καθένα αναλυτικά, γεγονός που καταδεικνύει τις πολύ καλές παλαιογραφικές γνώσεις που είχε ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι προηγούμενες καλές καταγραφές που είχε κάμει στη βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης τον είχαν καθιερώσει ως έναν αξιόλογο παλαιογράφο και ερευνητή.
Ο πρώτος, λοιπόν, τόμος της Μαυρογορδατείου Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει τους καταλόγους χειρογράφων της Μονής Λειμώνος (σσ. 17-131), του Γυμνασίου Μυτιλήνης (σσ. 132-145), της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (σσ. 146-161) και αντίστοιχες «Σημειώσεις περί ετέρων Λεσβιακών κωδίκων» που απόκεινται στην Αγιάσο και τον Μανταμάδο (σσ. 162-171). Στις επόμενες σελίδες (σσ. 171-177) απαριθμούνται μερικά πρωτότυπα έγγραφα - 92 στον αριθμό- μολυβδόβουλα, σιγίλια και επιστολές που σώζονται στη Μονή Λειμώνος και που χρονολογικά επεκτείνονται μεταξύ των ετών 1486 και 1805[11], παροράματα, προσθήκες (σσ. 178-181) και σχετικές οδηγίες (σ. 182). Αναλυτικοί αλφαβητικοί πίνακες με ονόματα συγγραφέων, βίους, εγκώμια και τίτλους παρεμφερών κειμένων, ονόματα μουσικών και συνθετών εκκλησιαστικών ύμνων, ονόματα πατριαρχών, ιεραρχών, καλλιγράφων και αντιγραφέων, (183-212) κλείνουν τον πρώτο τόμο, προσφέροντας στον σημερινό ερευνητή ένα πρώτο βασικό βοήθημα, με την απαραίτητη διευκόλυνση που παρέχουν οι παρατιθέμενοι ειδολογικοί αναλυτικοί πίνακες, για θέματα που σχετίζονται με τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή γραμματολογία. Όσοι σήμερα καταγίνονται με αρχειακή έρευνα νομίζω ότι αξιολογούν θετικά πόσο χρήσιμη υπήρξε αυτή η συμβολή του Αθανασίου Παπαδοπούλου – Κεραμέως για επιστήμες όπως η Θεολογία, η Ιστορία, η Φιλολογία και η Παλαιογραφία.
Ο δεύτερος τόμος της Μαυρογορδατείου Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει αυτούσιες εκδόσεις κειμένων, όπως ο βίος του αγίου Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητού (σσ. 1-17), επιστολές του Θεοφάνους Μηδείας και του Γεωργίου Αμιρούτζη (σσ. 18-35), εγκώμια και λόγους του Ιωάννου Ευχαΐτων και του Φιλοθέου Σηλυβρίας (σσ. 36-63), καθώς έγγραφα και συγγράμματα πολλών βυζαντινών λογίων, όπως του αγίου Μάρκου Ευγενικού και του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου (σσ. 64-106), με τα απαραίτητα βέβαια, παροράματα και τις αντίστοιχες προσθήκες (σ. 122).
Εκεί, βέβαια, που πρωτοτυπεί ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς είναι η περιγραφή των χειρογράφων. Περιγράφει αναλυτικά κάθε χειρόγραφο, ακόμη και χειρόγραφα με διαφορετικό περιεχόμενο που είναι συσταχωμένα, δίνει τις ακριβείς διαστάσεις τους, αναφέρει το είδος του χειρογράφου (διφθέρα, μεμβράνινο, χαρτώο), τον αριθμό των φύλλων και τη χρονολογία που γράφτηκε.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς, αποτελεί εκείνη την περίπτωση Έλληνα λογίου, χάρη στον οποίο τέθηκαν οι μετέπειτα βάσεις καταγραφής χειρόγραφου αρχειακού υλικού. Αν η υγεία του δεν κλονιζόταν -αξιοσημείωτη στην περίπτωση αυτή είναι μια επιστολή του (1η Φεβρουαρίου 1910) προς τον Λέσβιο Ακαδημαϊκό Γρηγόριο Παπαμιχαήλ, στον οποίο περιγράφει την ταραγμένη υγεία του, που σταδιακά σε νεαρή ηλικία τον οδήγησε στο θάνατο- σίγουρα θα πρόσφερε περισσότερα στη θεολογική και φιλολογική επιστήμη. Παρά ταύτα, ολάκερο το έργο του υποδηλώνει τεράστια συναίσθηση ευθύνης και επιστημονικής οργάνωσης.

[1] Η βιβλιογραφία για τον Αθανάσιο Παπαδόπουλος Κεραμέα είναι αρκετά πλούσια. Καλό βιογραφικό σχεδίασμα βλ. Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία. Αρχειακή Μελέτη, εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2011, 141-184, όπου και η προγενέστερη βιβλιογραφία. Στην ίδια μελέτη (σσ. 357-408) ο συγγραφέας εκδίδει και 14 επιστολές του Παπαδόπουλου προς τον επιφανή Γάλλο βιβλιογράφο. Αξίζει, εδώ, να σημειωθεί ότι ο Legrand μαζί με τον Γερμανό Wilhem Wagner, υπήρξαν εκείνοι οι νεοελληνιστές, που μαζί με αντίστοιχους Έλληνες λογίους, όπως ο Κωνσταντίνος Σάθας, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος – Βρετός και ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς, άνοιξαν το δρόμο στις μετέπειτα νεοελληνικές σπουδές. Βλ. Α. Ε. ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ, Η αρχή των νεοελληνικών σπουδών. Πενήντα τρία σχολιασμένα γράμματα του Wagner στον Legrand, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
[2] O Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως ιδρύθηκε το 1861. Ο ρόλος του για τον Ελληνισμό της Πόλης υπήρξε τόσο σημαντικός, φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι αποτέλεσε το πρότυπο για την ίδρυση παρόμοιων συλλόγων. Χρηματοδοτούμενος πλουσιοπάροχα από Κωνσταντινουπολίτες αστούς, εξυπηρετούσε όχι μόνο την άμεση προώθηση πολιτικοκοινωνικών αιτημάτων των κατοίκων της Πόλης, αλλά υλοποίησε το αίτημα της εποχής για εθνική συσπείρωση και μόρφωση των Ελλήνων κατοίκων της, επενδύοντας στο επιμορφωτικό και εκπαιδευτικό έργο. Γι’ αυτόν βλ. ΤΑΤΙΑΝΑ ΣΤΑΥΡΟΥ, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος. Το Υπουργείο Παιδείας του αλύτρωτου Ελληνισμού, Αθήνα 1967. Σημαντική είναι και η διδακτορική διατριβή του Γ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως (1861-1922). Η ελληνική παιδεία και επιστήμη ως εθνική πολιτική στην οθωμανική αυτοκρατορία, ΕΚΠΑ, Σχολή Νομικών Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Αθήνα 1998.
[3] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 146.
[4] Μια προσωπική θύμηση, αξίζει νομίζω να παραθέσω εδώ. Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών ενθυμούμαι τον διδάσκαλό μου Α. Ε. Καραθανάση να μου λέγει ότι στο σπίτι του Παπαδόπουλου στην Αγία Πετρούπολη, το ταβάνι του ήταν έτσι διαμορφωμένο, έτσι ώστε απ’ αυτό με τσιμπιδάκια να κρέμονται φύλλα χειρογράφων.
[5] Οι επιστολές αυτές δημοσιεύθηκαν στη μελέτη του: «Συμβολαί εις την ιστορίαν της Νεοελληνικής Φιλολογίας», ΕΦΣΚ, 17(1882-1883)50 κ. έ.
[6] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 166-169.
[7] ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ – ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΠΑΛΤΑ, Η Καππαδοκία των «ζωντανών μνημείων», εκδ. Πορεία, Αθήνα 1990, 36-37.
[8] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 155-156.
[9] ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΑΝΟΣ, «Η συλλογή χειρογράφων της Μονής Λειμώνος», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Ιερά Μονή Λειμώνος. Ιστορία – Παλαιογραφία – Τέχνη, Επιστημονική Επιμέλεια Απόστολος Σπανός – Αθανάσιος Καλαμάτας, εκδ. Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα 2009, 37.
[10] Γι’ αυτό βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, «Τα επίτιτλα ενός Τετραευαγγέλλου της “Ομάδος της Νίκαιας”», Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 9(1977-1979)133-141 και πίνακες 33-36.
[11] Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ο Emile Legrand και η Ελληνική Βιβλιογραφία, 160.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Ένα αντίτυπο του «Αγαθάγγελου»· έκδοση του 1837

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Για τον «Αγαθάγγελο» ή «Χρησμοί του Αγαθαγγέλου», τις πολλές επανεκδόσεις τους και για το ποιος, τελικά, είναι ο συγγραφέας ή επιμελητής τους, (Θεόκλητος Πολυειδής, Ρήγας Βελεστινλής) έχουν γραφεί πολύ καλές μελέτες, με αντικρουόμενα βέβαια επιχειρήματα. Ενδεικτικά αναφέρω τη μελέτη του Νικόλα Πίσση, Επίκουρου Καθηγητή Τμήματος Ιστορία και Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Σπουδών Ιόνιου Πανεπιστημίου: «Ο Αγαθάγγελος, τα πρότυπά του και οι τύχες του έως και την Επανάσταση», & τη μελέτη του Γιώργου Καραμπελιά, «Το “ξανθό γένος” και οι Έλληνες», που είναι απόσπασμα από το βιβλίο Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011, σσ. 37-62.
Ο «Αγαθάγγελος» είναι ένα προφητικό, αποκαλυπτικό, χρησμολογικό κείμενο. Γράφτηκε στα 1279 από τον ιερομόναχο Αγαθάγγελο στη Μεσσήνη της Ιταλίας. Γνωστές είναι οι επανεκδόσεις του με πολλές μεταγενέστερες προσθήκες. Για το περιεχόμενό του, οι δύο παραπάνω μελέτες παρέχουν πολλές πληροφορίες, βασιζόμενες στην προγενέστερη πλούσια βιβλιογραφία.
Στην Ιστορική βιβλιοθήκη του πάλαι ποτέ Γυμνασίου Μυτιλήνης, σώζεται ένα αντίτυπο της έκδοσης του 1837, έκδοση του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά, εκ 40 σελίδων, όπου η εισαγωγή και δέκα κεφάλαια. Παραθέτω το εξώφυλλο, την 3η (χωρίς αρίθμηση σελίδα) με τα αρχικά του ονόματος του επιμελητή (Ο. Ι. Κ.), που, στη μελέτη του: «Ήταν τελικά ο Ρήγας εκδότης του “Αγαθάγγελου;”» ο Δημήτριος Καραμπερόπουλος, ειδικός ερευνητής του Ρήγα Βελεστινλή, το αποδίδει στον Όθωνα Ι. Κονταβράκη - τη σελίδα με συνδρομητές και το οπισθόφυλλο.


Αριθμός αντιτύπου 270, στον χειρόγραφο καταλόγο του Αθανάσιου Γ. Τσερνόγλου.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ


Μικρογραφία χειρογράφου Τετραευαγγέλου ἐπὶ περγαμηνῆς. Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη πάλαι ποτὲ Γυμνασίου Μυτιλήνης, νῦν Πρότυπου ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης τοῦ Πανεπιστημίου Αἰγαίου. Χρονολογεῖται μεταξὺ τοῦ 12ου καὶ 13ου αἰῶνος, φ. 472v. Βλ. Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Αρχέτυπες εκδόσεις έργων του Αριστοτέλη στην Ιστορική Βιβλιοθήκη του πάλαι ποτέ Γυμνασίου Μυτιλήνης

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Οι αρχέτυπες εκδόσεις, σε αντίθεση με εκείνες που ονομάζονται παλαίτυπες ή παλαιότυπες και οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ του 1500 και 1600, είναι εκδόσεις που ξεκινούν από την αρχή της τυπογραφίας και χρονολογικά καλύπτουν το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα. Στην πλειονότητά τους κυκλοφόρησαν στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Πρόκειται για εκδόσεις απαράμιλλου εκδοτικού κάλλους, με τις περισσότερες να εκδίδονται σε τυπογραφία της Ιταλίας, κυρίως της Βενετίας και του Μιλάνου. Γνωστός Ιταλός ελληνιστής τυπογράφος ήταν ο Άλδος Μανούτιος, άριστος γνώστης ελληνικής γλώσσας, του οποίου η εκδοτική δραστηριότητα αναπτύχθηκε στη Βενετία. Χάρη στην τεράστια βοήθεια που του πρόσφεραν Έλληνες λόγιοι όπως ο Μάρκος Μουσούρος, ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, μετέπειτα καρδινάλιος και βιβλιοθηκάριος της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης και ο Αρσένιος Αποστόλης, κατόρθωσε να εκδώσει μια σειρά αρχαίων κλασικών συγγραφέων. Οι περίφημες Αλδινές Εκδόσεις σήμερα κοσμούν πολλές ονομαστές βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο, μεταξύ αυτών και την Ιστορική Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Μυτιλήνης. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μέσα σε μια εικοσαετία (1495-1515) από το τυπογραφείο του Μανούτιου δημοσιεύθηκαν 130 περίπου εκδόσεις Ελλήνων και Λατίνων κλασικών, από τις οποίες οι είκοσι επτά ήταν αρχέτυπες (editions principes). Ανάμεσα σ’ αυτές ξεχωρίζουν η εκδόσεις έργων του Αριστοτέλη, του Αριστοφάνη και του Μουσαίου. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο, το οποίο τυπώθηκε στο Μιλάνο στα 1476 ήταν η Επιτομή των οκτώ μερών του λόγου του Κωνσταντινοπολίτη λογίου Κωνσταντίνου Λάσκαρη. Επανέκδοση του έκαμε και ο Άλδος Μανούτιος στα 1494 στη Βενετία.
Προς το παρόν οι αρχέτυπες εκδόσεις της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Γυμνασίου Μυτιλήνης δεν μπορούν με σαφήνεια να καταγραφούν σε αριθμό. Κι αυτό γιατί στον χειρόγραφο κατάλογο του Αθανασίου Γ. Τσερνόγλου, τη μόνη μέχρι σήμερα ασφαλή πηγή όπου καταγράφεται ο πλήρης αριθμός των εντύπων της βιβλιοθήκης, μερικές από αυτές χρονολογικά είναι αταύτιστες. Η εδώ πρώτη μνεία αυτών των εκδόσεων δεν έχει σκοπό να καταγράψει έναν πλήρη κατάλογο – αυτό εν ευθέτω χρόνω θα γίνει σε άλλο άρθρο μου, το οποίο εκτενώς μαζί με την πλήρη καταγραφή των αρχετύπων, θα συμπεριλαμβάνει όλες τις Αλδινές εκδόσεις, μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, και τέτοιες έχει αρκετές η Ιστορική Βιβλιοθήκη. Εδώ, λοιπόν, προβαίνω σε μια πρόχειρη καταγραφή, η οποία για πρώτη φορά έρχεται στο φως της δημοσιότητας. Δεδομένου ότι η Ιστορική Βιβλιοθήκη από τη δεκαετία του ’60 ήταν ερμητικά κλειστή για την ιστορική έρευνα –ελάχιστοι ήταν οι ερευνητές που κατάφερναν να έχουν πρόσβαση στον εσωτερικό χώρο της– η πλήρης καταγραφή των εντύπων ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί.
Στην περίοδο του πρώιμου ανθρωπισμού - ουμανισμού (δεύτερο μισό του 15ου αιώνα) στη Δύση, ιδιαίτερα στην Ιταλία, ευάριθμη ομάδα Ελλήνων λογίων (literati) –ανάμεσά τους οι Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Ιανός Λάσκαρις, Μανουήλ Χρυσολωράς, Θεόδωρος Γαζής και Μάρκος Μουσούρος- κατέστησαν δυνατή την έκδοση κειμένων της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Αυτή η εκδοτική προσπάθεια οφειλόταν στη φιλομάθεια των ουμανιστών λογίων και στο ενδιαφέρον τους να μάθουν την ελληνική γλώσσα. Ο σημαντικότερος αρωγός της ήταν ο Άλδος Μανούτιος, θεμελιωτής της τυπογραφίας στην Βενετία, που κάλυψε την τεράστια ανάγκη για την όσο πιο αξιόπιστη έκδοση των κλασικών κειμένων. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (1491-1516) η δραστηριότητά του δεν ήταν μόνο επαγγελματική αλλά και επιστημονική: εκδότης, παράλληλα γραμματικός και δάσκαλος, διέθετε τη γνώση και την ευαισθησία να θέσει στο κέντρο των ανθρωπιστικών ενδιαφερόντων την έκδοση ελληνικών και λατινικών κλασικών κειμένων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, σε αρκετά από τα κλασικά κείμενα ο Άλδος ακολούθησε την πρακτική συνοδεία του ελληνικού κειμένου από λατινική μετάφραση, η οποία αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου κύκλου ουμανιστών λογίων, γνωστών ως studiosi - ο ίδιος στους προλόγους των εκδόσεών του τους αποκαλούσε «τοις σπουδαίοις». Στην εικοσαετία 1495-1515 δημοσιεύθηκαν από τον Άλδο 130 περίπου εκδόσεις Ελλήνων και Λατίνων κλασικών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι εκδόσεις έργων του Αριστοτέλη, με εκείνη του Οργάνου όπως λεγόταν η συλλογή των επιστημολογικών έργων του Σταγειρίτη φιλοσόφου, αλλά και η έκδοση των Αναλυτικών Ύστερων. Στο διάστημα 1466-1500 οι αρχέτυπες εκδόσεις έργων του Αριστοτέλη είναι περισσότερες από κάθε άλλου αρχαίου Έλληνα συγγραφέα. Στην μνημειώδη δίτομη Ελληνική Βιβλιογραφία (1466-1800) του Θωμά Ι. Παπαδόπουλου, έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών (1984, 1986) μέτρησα δεκαπέντε τέτοιες εκδόσεις. Το ενδιαφέρον των ουμανιστών λογίων προς τον Αριστοτέλη εξηγείται αν ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι, οι μεταφράσεις έργων από τον 11ο αιώνα και εξής, από Άραβες φιλοσόφους όπως ο Αβικέννας και ο Αβερρόης, κατέστησαν δυνατή την πρόσληψη του έργου του στη Δύση.


Το Όργανον του Αριστοτέλη συγκαταλέγεται στη συλλογή αρχέτυπων εκδόσεων της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Γυμνασίου Μυτιλήνης. Πρόκειται για ένα καλοδιατηρημένο έντυπο, με δερματόδετη στάχωση. Στον κολοφώνα αναγράφεται ο εκδότης Άλδος Μανούτιος, ο τόπος και το έτος έκδοσης [Βενετία 1495].


Ανήκε στη βιβλιοθήκη του λογίου Μητροπολίτη Μυτιλήνης Μελετίου Φωτίου, όπου και η σφραγίδα του και, βέβαια, εκείνο που αξίζει να προσέξει κανείς είναι οι πάρα πολλές ενθυμήσεις και σημειώσεις που βρίσκονται σε σελίδες του εντύπου.


Σε επόμενο άρθρο μου θα παρουσιάσω και τις υπόλοιπες αρχέτυπες εκδόσεις της Ιστορικής Βιβλιοθήκης.

Υ.Γ. Η ψηφιοποίηση της συγκεκριμένης αρχέτυπης έκδοσης έγινε από δύο εξαιρετικούς μαθητές μου, που σήμερα είναι πρωτοετείς φοιτητές στα Πανεπιστημια Αθηνών και Κομοτηνής, την Στρατούλα - Παναγιώτα Σκοπελίτη και τον Μιχάλη Σαραντινό.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Δύο αξιόλογες μελέτες για την περγαμηνή

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Οι Όμιλοι Αριστείας, Δημιουργικότητας και Καινοτομίας που λειτουργούν στα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία, έχουν την εκπαιδευτική αξία τους όταν, βέβαια, πάνε κόντρα στην τεράστια χρησιμότητα άχρηστων πραγμάτων, τη χρησιμοθηρική αντίληψη με απλά λόγια, που επικρατεί για όλα ανεξαιρέτως τα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολειό.
Αρκεί κανείς να σκεφτεί πόσο διαφορετικό θα ήταν το σχολειό, αν σ’ αυτό, πέραν των γνωστών καθιερωμένων ως βασικών μαθημάτων, διδάσκονταν ο χορός, το θέατρο, η ζωγραφική, γενικότερα οι τέχνες. Στις τέχνες ας προσθέσουμε και την ιστορία του βιβλίου και της γραφής. Πόσο διαφορετικό θα ήταν το σχολειό αν οι μαθητές ασκούνταν στην ανάγνωση παλαιότερων μορφών γραφής και των υλικών -όπως η περγαμηνή- που πάνω τους γράφονταν τα κείμενα, οι γλώσσες των ανθρώπων. Θα με ρωτήσει κάποιος, τόσο σημαντικό είναι οι μαθητές να έχουν γνώση αυτών των πραγμάτων; Απαντώ: ΝΑΙ. «Η πρώτη και πιο αξιοσημείωτη από τις ποιητικές δημιουργίες είναι η γλώσσα» έλεγε ο Πωλ Βαλερύ.
Αναρτώ εδώ δύο εξαιρετικές μελέτες για την περγαμηνή, δημοσιευμένες στο περιοδικό Ελληνικά της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Συγγραφέας τους ο Βασίλειος Άτσαλος, Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ. Παραθέτω τους τίτλους και τον σύνδεσμο που μπορεί ο αναγνώστης να έχει πρόσβαση για να τις διαβάσει.

«Η ορολογία των χειρογράφων κατά την βυζαντινή εποχή. Μέρος Δεύτερο. Κεφάλαιο Πρώτο: Η περγαμηνή», Ελληνικά 24 (1971) 5 – 32· https://ems.gr/ellinika-24-1/

«Άλλες ονομασίες της περγαμηνής», Ελληνικά 25 (1972) 78 – 102· https://ems.gr/ellinika-25-1/


Και οι δύο μελέτες έχουν συμπεριληφθεί στον συλλογικό τόμο: Παλαιογραφικά και Κωδικολογικά Ανάλεκτα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 31- 88.

Υ.Γ. Η «δημιουργικότητα» και η «καινοτομία», στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα έχουν γίνει κάτι σαν φετίχ. Δια του λόγου το αληθές παραπέμπω στο 4ο κεφάλαιο με τον άκρως ευρηματικό τίτλο: «Μηδείς ακαινοτόμητος εισίτω: Η Παιδαγωγική ως υποχρεωτική κατήχηση στη δημιουργικότητα», στο εξαιρετικό βιβλίο του Αντώνη Λ. Σμυρναίου, Λατρεία και νεύρωση στην Παιδαγωγική της Καινοτομίας. Σημειώσεις σε μια μετανεωτερική Φιλοσοφία της Παιδείας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2009, σσ. 147-183.